Η αναποτελεσματικότητα του κανόνα Foss

Το ότι μια εταιρεία είναι αόρατη και άυλη ή ότι υπάρχει μόνο στη σκέψη του δικαίου, δεν αμφισβητεί την ύπαρξη ή τη σημασία ή το ρόλο των εταιρειών.

Σε προηγούμενο πόνημά μου1 επεξήγησα όχι μόνο την αναγκαιότητα των εταιρειών στην οικονομία και  στην κοινωνία γενικότερα, αλλά και την πιο χαρακτηριστική ιδιότητα, τη νομική προσωπικότητα με σκοπό την ανάδειξη των πραγματικών διαστάσεων αυτής της νομικής. Χωρίς καμία διάθεση να περιπλανήσω, αντίθετα ισχυρίζομαι ότι αυταπάτες έχει εκείνος που διαφωνεί, ευθύς εξαρχής υπενθυμίζω ότι μιλώντας για εταιρείες αναφερόμαστε σε «τεχνικά δημιουργήματα, αόρατα και άυλα και υπάρχουν μόνο στη σκέψη του δικαίου»2.

Το ότι μια εταιρεία είναι αόρατη και άυλη ή ότι υπάρχει μόνο στη σκέψη του δικαίου, δεν αμφισβητεί την ύπαρξη ή τη σημασία ή το ρόλο των εταιρειών. Σε καμιά περίπτωση δεν ομιλούμε μόνο για οικονομικά οφέλη, ο Karl Marx βάσισε όλη την ιδεολογία του σε αυτές, συγκεκριμένα αποκαλούσε τις εταιρείες ως το «μεταβατικό όχημα» προς τη δική του ουτοπία και μάλιστα επεξηγήθηκε ότι το εννοεί από την άποψη ότι «διαχώριζε τη διαχείριση από την ιδιοκτησία, καθιστώντας έτσι εφικτή την εξόντωση των καπιταλιστών (που δεν διηύθυναν τις επιχειρήσεις) χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η διαδικασία παραγωγής».

Από τους παραπάνω συνειρμούς γίνεται εύκολα αντιληπτό πως, από μια «συμβατική» συνάθροιση πέντε επιχειρηματιών για την επίτευξη ενός εμπορικού σκοπού, αναφερόμαστε εν τέλει σε έξι προσωπικότητες, πέντε φυσικές και μια νομική.

Όπως ακριβώς, αν στο όνομα «του Θεού» γίνουν συσσίτια, διδασκαλίες ….ή βομβαρδισμοί, είναι απόφαση κληρικών και πιστών, έτσι και στις εταιρείες. Αν στο όνομα μια εταιρείας γίνει η οποιαδήποτε πράξη, είναι ζήτημα των μετόχων ή έστω των Διοικητικών Συμβούλων, στους οποίους Διοικητικούς Συμβούλους η εξουσιοδότηση όχι μόνο πηγάζει από τους μετόχους, αλλά μπορεί να αρθεί γρήγορα και εύκολα σε οποιαδήποτε Γενική Συνέλευση.

Ο κανόνας Foss προστάζει ότι η εταιρεία αποτελεί μια μικρή δημοκρατική κοινωνία3 (αριθμητική, κεφαλαιουχική ή άλλως πως – δεν έχει ιδιαίτερη σημασία) και η μειοψηφία οφείλει να συμβιβάζεται, συμμορφώνεται και να υπακούει προς τις αποφάσεις της πλειοψηφίας, αρκεί να τηρείται ο νόμος, το καταστατικό και το ιδρυτικό έγγραφο της εταιρείας.

Κεντρικό επιχείρημα του κανόνα είναι το floodgate argument, δηλαδή αν κάποιος μέτοχος μιας εταιρείας μπορούσε να ενάγει ένα ψήφισμα Γενικής Συνέλευσης, αυτό σημαίνει ότι το Δικαστήριο θα ήταν εύλογο να αναμένει ότι για το ίδιο ψήφισμα πιθανόν να παρουσιαστούν και άλλες αγωγές, για το ίδιο ψήφισμα, από διαφορετικούς μετόχους. Άρα, ο καταλληλότερος να ξεκινήσει μια δικαστική διαδικασία για μια τέτοια περίπτωση είναι η ίδια η εταιρεία.

O Lord Cattenham στην υπόθεση Mozley ως προς την πολλαπλότητα των αγωγών είχε επεξηγηθεί με τον εξής τρόπο: «Αν επιτραπεί σε έναν ή δυο μετόχους, πρέπει να επιτραπεί σε όλους, και τότε θα μπορούν να καταχωρηθούν τόσες αγωγές όσες και οι μέτοχοι της εταιρείας, που όλοι θα αξιώνουν διαφορετικά πράγματα ή το ίδιο πράγμα με χίλους διαφορετικούς τρόπους».

Επίσης δεν πρέπει να επιτρέπουμε το κάθε δικαστήριο να επεμβαίνει σε ζητήματα, τα οποία η εταιρεία νομιμοποιείται να τα διευθετήσει από μόνη της.

Κατά τη γνώμη μου υπάρχει ένα ακόμη επιχείρημα, ότι π.χ. μιλώντας για τις εξουσίες των συμβούλων το καθοριστικής σημασίας κριτήριο, είναι να πιστεύουν έντιμα και ειλικρινά, ότι οι ενέργειές τους στοχεύουν στο να προάγουν τα συμφέροντα της εταιρείας. Στην υπόθεση Charterbridge λέχθηκε ότι το «το ορθό κριτήριο […] πρέπει να είναι κατά πόσο ένας επιμελής και έντιμος άνθρωπος, στη θέση του συμβούλου εταιρείας, μπορούσε, μέσα στα πλαίσια των συνολικών περιστατικών, να πιστεύει ότι οι συναλλαγές ήταν προς το συμφέρον της εταιρείας». Μόνο και μόνο αν μια απόφαση αποδείχτηκε ακατάλληλη, π.χ. ως προς τις οικονομικές συνέπειες, δεν σημαίνει ότι προσβάλλεται κάποιο δικαίωμα του μετόχου ή ότι η εταιρεία χρήζει δικαστικής προστασίας.

Συνοψίζοντας, αν για μια απόφαση είναι υπέρ η πλειοψηφία της εταιρείας, τότε δεν πρέπει να υφίσταται αντικείμενο συζήτησης (cadit quaestio).

Ωστόσο, ο κανόνας Foss μπορεί να προκαλέσει αδικία. Αυτό μπορεί να συμβαίνει, όταν η παράβαση αποτελεί καταδολίευση της μειοψηφίας ή της εταιρείας και οι αδικοπραγούντες διαθέτουν τον έλεγχο της εταιρείας.

Υπάρχει όμως θεραπεία και κάποιος μπορεί να επικαλεστεί την εφαρμογή του αγώγιμου δικαιώματος που ανήκει στην εταιρεία, χωρίς την έγκριση της ίδιας της εταιρείας. Ωστόσο θα πρέπει να τονίσουμε ότι δεν αναφερόμαστε σε αγώγιμο δικαίωμα του ιδίου. Περισσότερα στην μονογραφία που ακολουθεί!


  1. Παναγιώτης Γιαννακάς (2016). Η μεταφυσική διάσταση των εταιρειών. Προσωπικό ιστολόγιο (link)
  2. Trustees of Darthmouth College v. Woodward (1819) 17 US (4 Wheat) 518
  3. Χρηστάκη Λουκά (1991). Σύμβουλοι Εταιρειών. Αυτοέκδοση. Σελ. 318.
Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

You May Also Like

When the GDPR goes wrong…

This article discusses the unseen danger when the EU data-commissioners start capriciously implying the vague text of GDPR.

Φιλοσοφία του Δικαίου και Θανατική Ποινή

Η κινηματογραφική απόδοση της «δικαιοσύνης» και του ηρωισμού χαράσσει με ιδιαίτερη ευκολία τις συνειδήσεις μας και στην αντίθετη όχθη η, τεθειμένων διαδικασιών, θανατική ποινή ξεσηκώνει την αγανάκτηση και οργή, αντίθεση που προσωπικά την αναγάγω στην ολοένα μειούμενη ταύτιση των κοινωνών προς τα κυβερνητικά όργανα και στην έλλειψη ουσιαστικής κατανόησης της αρχής της πλειοψηφίας και της ελευθερίας της κομματικής δράσεως.
Hands holding an open leather wallet with banknotes and a personal photograph, symbolising direct control over assets without third-party intermediaries—the physical equivalent of a self-hosted crypto wallet.

Self-hosted wallets under EU Law: Compliance through Intermediation

The Markets in Crypto-Assets Regulation sets licensing rules for crypto-asset service providers, but it doesn't say what happens when these middlemen deal with self-hosted wallets. The Transfer of Funds Regulation, also known as Regulation 2023/1113, answers this question about information that goes along with transfers of money and some crypto-assets. This essay looks at how the TFR sets up a framework of stricter due diligence instead of a ban. For transactions over € 1.000, it requires CASPs to check wallet ownership and add blockchain monitoring capabilities. It follows the EBA's Travel Rule Guidelines, the person-to-person exclusion in Article 2(4), and the Commission's job in Article 37 to figure out if more restrictions are needed by June 2026. As self-hosted wallets turn into gated endpoints instead of alternative pathways, lawyers and compliance experts all over Europe need to know how this framework changes the line between regulated intermediation and self-custody.